Η αγαπημένη συνήθεια αρκετών από εμάς εσχάτως, έχει να κάνει με την ενασχόληση με το νέο μας, έξυπνο κινητό, τα προγράμματα και τις δυνατότητές του και, φυσικά, το διαδίκτυο. Η διάδοση του μέσου, που λέγεται ίντερνετ, λαμβάνει καθημερινά όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, ακολουθώντας μας σε κάθε βήμα. Άλλοτε, ως εργαλείο, απαραίτητο για τη διευκόλυνση της καθημερινότητάς μας, και άλλοτε, ως μέσο, που έρχεται να την παραγκωνίσει, υποκαθιστώντας πραγματικές μας ανάγκες, όπως η επικοινωνία με τον κοινωνικό μας περίγυρο και η άσκηση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων, ορισμένες φορές ακόμα και βασικών αναγκών, όπως η διατροφή.
Κι όταν μιλάμε για εθισμό, εννοούμε την υπερβολική χρήση του διαδικτύου, σε σημείο να παρεμβαίνει στην προσωπική μας ζωή. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, κυρίως παιδιών και εφήβων, που δαπανούν υπερβολικά πολλές ώρες μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, παίζοντας ηλεκτρονικά-διαδικτυακά παιχνίδια, μιλώντας διαδικτυακά σε δωμάτια συνομιλιών ή σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης.
Ο ψυχίατρος παιδιών και εφήβων και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης της διαταραχής εθισμού στο διαίκτυο, Κωνσταντίνος Σιώμος, λέει πως ο εθισμός στο διαδίκτυο αφορά σε μία σειρά συμπτωμάτων και συμπεριφορών, που δεν σχετίζονται αποκλειστικά με το πόσο χρόνο χρησιμοποιεί κάποιος το μέσο.
“Ο χρήστης εξιδανικεύει το μέσο. Το χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο χρόνο για να νιώσει ικανοποίηση. Όταν προσπαθεί να περιορίσει τη χρήση, νιώθει ευερεθιστότητα και εκνευρισμό. Υπάρχουν συγκεκριμένες συνέπειες, που αφορούν στην παραμέληση της εργασίας, των διαπροσωπικών σχέσεων. Σε υψηλό επίπεδο, έρχονται η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, η αγοραφοβία κλπ.
Συμπτώματα στις μικρότερες ηλικίες
Στις μικρότερες, κυρίως, ηλικίες, εμφανίζεται ελλειμματική προσοχή και διαταραχή προσωπικότητας. Όταν υπάρχουν όλα αυτά τα συμπτώματα για χρονικό διάστημα πάνω από έξι μήνες, τότε μιλάμε για διαταραχή εθισμού του διαδικτύου, η διάγνωση της οποία πρέπει να δίνεται από ψυχίατρο ή από παιδοψυχίατρο, όταν πρόκειται για παιδί, οι οποίοι θα έχουν μία γνώση της διαταραχής”, εξηγεί.
Όπως επισημαίνει, το ότι έχουμε ένα κινητό με σύνδεση στο διαδίκτυο, σημαίνει ότι έχουμε το μέσο ανά πάσα στιγμή δίπλα μας.
“Θα πρέπει να βρισκόμαστε σε εγρήγορση για να διαχειριστούμε τη χρήση. Το ίντερνετ πολύ σύντομα θα το έχουμε στα έξυπνα γυαλιά, που θα κυκλοφορήσουν, με ιδιαίτερα διαδραστικό και ελκυστικό το περιβάλλον για το χρήστη. Το διαδίκτυο μέσω του κινητού έφερε ουσιαστικά το να είμαστε διαθέσιμοι 24 ώρες το 24ωρο για επαγγελματικούς λόγους, με δεδομένο ότι παλαιότερα η εργασία μας περιοριζόταν στο οκτάωρο”.
Το ίντερνετ ως μέσο ‘διαφυγής’
Ο ίδιος διευκρινίζει ότι κάποιοι άνθρωποι κολλάνε ευκολότερα απ’ ό,τι κάποιοι άλλοι. “Υπάρχει μία κατηγορία, η οποία βλέπει το ίντερνετ ως μέσο διαφυγής από μία στενάχωρη κατάσταση ή κάτι που πρέπει να γίνει, και έτσι μετατρέπεται σε συνήθεια με τον καιρό”, συμπληρώνει.
Οι τελευταίες έρευνες διεθνώς δείχνουν ότι, όσο αυξάνεται η χρήση του διαδικτύου, αυξάνεται και ο εθισμός. Μία πρόσφατη εξ’ αυτών έδειξε ότι στην περιοχή της Θεσσαλίας, την πενταετία 2006 – 2011, από το 67% χρήσης του ίντερνετ από έφηβους της περιοχής, το 2011 το ποσοστό εκτοξεύτηκε στο 99%.
Από το 6% για το ίδιο διάστημα, διπλασιάστηκε, φθάνοντας στο 12% το 2011. Σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες με αντίστοιχες μεθόδους μέτρησης, η Ελλάδα κατέχει τα πρωτεία εθισμού, ειδικά σε ακριτικές περιοχές, όπως η Κως, με ποσοστό 23%, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επίσημο παιδοψυχιατρικό περιοδικό το 2012, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρώπη με βάση το πανεπιστήμιο της Καρολίνας ήταν στο 4,4%.”
Υποστηρίζει δε ότι οι επαρχιακές περιοχές ευνοούν το φαινόμενο. “Μία εξήγηση είναι ότι οι έρευνες, που πραγματοποιήθηκαν στις ακριτικές περιοχές, έγιναν κατά τους χειμερινούς μήνες. Το καλοκαίρι, με την τουριστική δραστηριότητα, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Το χειμώνα, όμως, είναι μεγαλύτερο το ποσοστό απομόνωσης”.
Οι μισοί το παραδέχονται οι άλλοι μισοί αρνούνται να αλλάξουν τις συνήθειές τους
Όπως συμβαίνει με τις περισσότερες ψυχικές ασθένειες, το ποσοστό αποδοχής – παραδοχής και η προσπάθεια αντιμετώπισης διαφέρουν.
“Οι μισοί αντιλαμβάνονται ότι κάτι δεν πάει καλά και θέλουν να βοηθηθούν. Υπάρχουν οι θετικές περιπτώσεις, που – αν μπουν σε πρόγραμμα συμβουλευτικής καθοδήγησης – μπορούν να βοηθηθούν σοβαρά. Οι άλλες μισές, που μπορεί να συνδυάζονται και με άλλη ψυχική διαταραχή, δεν αναγνωρίζουν το πρόβλημα και είναι δύσκολο να ζητήσουν βοήθεια. Συνήθως, το οικογενειακό περιβάλλον προτρέπει τα άτομα αυτά να μπουν σε θεραπευτική διαδικασία. Παρόλ’ αυτά, όμως, μεγάλο ποσοστό εξ’ αυτών δεν θέλει να αλλάξει τη συνήθεια και αποφεύγει τη θεραπεία”, λέει ο Σιώμος.
Κι αν κάποιοι πιστεύουν ότι ο εθισμός στο διαδίκτυο ουδεμία σχέση έχει με τον εθισμό σε εξαρτησιογόνες ουσίες, μάλλον κάνουν λάθος.